ἐρυθρόδανον

ἐρυθρόδᾰν-ον, τό,=ἐρευθέδανον, Dsc.3.143 : [full] ἐρυθρόδανος, , Plin. HN 24.94 (v.l.) ; cf. ἐρυθρύδανον.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρυθρόδανον — neut nom/voc/acc sg ἐρυθρόδανος fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυθροδάνου — ἐρυθρόδανον neut gen sg ἐρυθρόδανος fem gen sg ἐρυθροδανόω dye with madder pres imperat act 2nd sg ἐρυθροδανόω dye with madder imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυθροδάνῳ — ἐρυθρόδανον neut dat sg ἐρυθρόδανος fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • PURPUREUS — Color, vide supra: item infra voce Velum, uti de larvis mulieribus, nauticisque velis, cum laetae res etant purpureis. aliquando parabatur ex creta infectâ rubrâ radice, quam Graeci ἐρυθρόδανον vocant, et hysgino: uti ex coccino purpurâ… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • RUBIA — a Graeco Auctore, apud Salmas. ad Solin. p. 1165. cum radicula Syriaca, ex qua mulieres olim genis rubro fucandis medicamentum conficiebant, confunditur; cum et ipsa tingat: sed diversam ab illa esse, habet d. l. Vide quoque supra in voce… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • VERA — oracula et sortes dicuntur Iul. Capitolino in Opilio Macrino, c. 3. Vates Caelestis, apud Carthaginem, quae Deô repleta solebat vera canere. Edita ab iis, quos Sueton. Veraculos appellat, Vitelliô, c. 14. Nullis tamen infensior, quam Veraculis… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ερυθροδανώ — ἐρυθροδανῶ, όω (Α) [ερυθρόδανον] βάφω με το φυτό ερυθρόδανο, βάφω κάτι κόκκινο …   Dictionary of Greek

  • ερυθρόδανο — το (AM ἐρυθρόδανον και ἐρευθέδανον Α και ἐρυθρόδανος, ἡ Μ και ἐρυθρύδανον, τό) 1. το φυτό ερυθρόδανο το βαφικό, ριζάρι, τής οικογένειας ρουβιίδες, από τη ρίζα τού οποίου έπαιρναν κόκκινη χρωστική ουσία 2. το κόκκινο χρώμα τής ρίζας τού φυτού.… …   Dictionary of Greek

  • κρήτη — I Νησί (8.331 τ. χλμ., 601.131 κάτ.) της νοτιοανατολικής Μεσογείου, σε απόσταση περίπου 100 χλμ. ΝΑ της Πελοποννήσου. Πρόκειται για το μεγαλύτερο σε έκταση νησί της Ελλάδας (δεύτερο είναι η Εύβοια με έκταση 3.658 τ. χλμ.), το πέμπτο της Μεσογείου …   Dictionary of Greek

  • σπά — (Spaa). Βελγική λουτρόπολη στην επαρχία Λιέγης, με 10.000 κατ. Στη λουτρόπολη υπάρχει αξιόλογος ναός του 1880. Τα ιαματικά της νερά θεραπεύουν καρδιακές και νεφρικές παθήσεις. Η πόλη συνδέεται με τη Συνδιάσκεψη του Σ. (5 16 Ιουλίου 1920), στην… …   Dictionary of Greek

  • τεύθριον — τὸ, Α 1. το φυτό πόλιον 2. το φυτό ερυθρόδανον. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, ο τ. τεύθριον, μέσω τής έννοιας τού χρώματος, συνδέεται με τη λ. τευθίς «καλαμάρι», λόγω τής μελάνης που αυτό εκκρίνει, και ανάγεται σε μια ρίζα με σημ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.